Thursday, January 29, 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΤΖΑΒΕΛΑ

Πάνο να μας θυμάσαι …


Εμείς και να θέλουμε δεν μπορούμε να σε ξεχάσουμε.

Ευχαριστούμε για όλα ρε μάγκα..

 ΓΙΑ ΟΛΑ..
Είναι πολύ κρίμα αν τελειώνει εδώ.
Δεν σε χωράει ο χρόνος ρε συ..
Σού δίνουμε λοιπόν και τον δικό μας χρόνο.
Ευχαριστούμε που χαρίστηκες σε μάς.
Θα τιμήσουμε την προσφορά σου στην δικιά μας τροχιά της ζωής.
Θα σε τιμώ μέχρι το δικό μου τέλος.
Σε ευχαριστώ για όλα.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ

 

Ο Πάνος Τζαβέλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη. Μαθητή του γυμνασίου τον βρίσκει ο παγκόσμιος πόλεμος και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει στο βουνό με το Δημοκρατικό στρατό, όπου τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι.

Από εκεί αρχίζει ο δρόμος για τις φυλακές. Δικασμένος τρεις φορές σε θάνατο, αρρωσταίνει βαριά το 1959 από τη νόσο του Burgen και πηγαίνει στη Σοβιετική ¨Ένωση για θεραπεία. Έμεινε μέχρι το 1965. Αφού θεραπεύτηκε, του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Εκεί γνωρίζει και το μεγάλο Δημήτρη Σοστακόβιτς.

Γυρνά στην Ελλάδα το 1965, αλλά το 1968 φυλακίζεται πάλι, από το καθεστώς των συνταγματαρχών αυτή τη φορά, για παράνομη δράση ενάντια στη χούντα.

Αποφυλακίζεται το 1971 με «ανήκεστο βλάβη» και ξεκινά ως μουσικός να παίζει στις μπουάτ της Πλάκας.

Εκεί τον βρίσκει η μεταπολίτευση, όπου πλέον ελεύθερα τραγουδά τα τραγούδια της εθνικής αντίστασης.

Χιλιάδες νέοι αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι κατακλύζουν το μαγαζί της οδού Κυδαθηναίων όπου τραγουδά, επτά μέρες τη βδομάδα. Πολλές φορές κάνει τρεις παραστάσεις τη νύχτα ώστε να χωρέσουν όλοι όσοι ήθελαν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα.

Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους νεότερους το μουσικό, αλλά και ιστορικό έπος της εθνικής αντίστασης.

Ο Τζαβέλας ήταν αντάρτης, έχασε το πόδι του στο βουνό και κυκλοφορούσε με ένα ξύλινο υποκαταστατο. Το ‘73 ήταν κοντά στα 50 και μπορεί και παραπάνω.
Τα τραγούδια που έγραψε, ελάχιστα και ως επί το πλείστον αντάρτικα και τραγούδια κατά της βολεμένης μικροαστικής τάξης, είναι από τα επαναστατικότερα όλων των εποχών στην Ελλάδα. Δεν έβγαλε πολλά λεφτά με αυτά και ούτε διεκδίκησε όλα αυτά τα χρόνια να επιβληθεί στο μουσικό σταρ-σύστεμ όπως έκαναν άλλοι που τραγουδούσαν μαζί του (Αλεξίου, Παπακωνσταντίνου…).Επίσης δεν διεκδίκησε καμία δόξα και τιμή επειδή ήταν αντάρτης , όπως επίσης έκαναν άλλοι. Έχει χρόνια να εμφανιστεί στα ΜΜΕ και τα λίγα που ξέρουμε για αυτόν είναι όσα μάθαμε από εκείνους που ήταν φοιτητές στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και μετά (έδινε πολύ συχνά συναυλίες στη Νομική Αθηνών) .
Ο Τζαβέλας είχε αμφισβητηθεί και από τους μεγάλους συνθέτες τις εποχής του (Θεοδωράκη κλπ) λόγω του ότι δεν είχε πολλές μουσικές γνώσεις και έγραφε συνήθως τα τραγούδια του σε μια παλιά ακουστική κιθάρα (με την οποία τραγουδούσε και όταν ήταν αντάρτης στο βουνό).
Πάντως, με τα τραγούδια του μεγάλωσαν 2 γενιές αμφισβητών και ακόμα ακούγονται και θα ακούγονται γιατί είναι άκρως επίκαιρα. Και ειδικότερα ο ”Κυρ- Παντελής” που σχολιάζει τον μικροαστό άνθρωπο, το ”Μαημ-Μάημ΄ ” και το ”Ξυπνήστε”…

 

Ο Πάνος Τζαβέλας και η συνάντηση με τον Γιώργο Πήττα (κείμενο Γιώργος Πήττας)

Κάποτε υπήρχε ένα λεωφορείο που έφευγε από την Πλατεία Συντάγματος και κατέληγε στην Αμφιθέα και το Παλαιό Φάληρο.
Όταν ήμασταν μικροί, η διαδρομή φάνταζε σχεδόν εξωτική, ολάκερο ταξίδι σε άλλους τόπους μακρινούς.
Το λεωφορείο ήταν το «32» και οι μνήμες που κρατώ από δαύτο είναι ανάκατες και αντιφατικές.

Θυμάμαι έντονα το ζευγάρι των τυφλών, δύο ηλικιωμένοι άνδρες, ο ένας κρατούσε το τσίγκινο φλιτζάνι για τα κέρματα και ο άλλος έπαιζε το ακορντεόν.

Αυτός που έπαιζε φορούσε μαύρα γυαλιά αλλά ο άλλος με το φλιτζάνι είναι τα μάτια του ακάλυπτα για να δείχνει τους παραμορφωμένους από την αναπηρία βολβούς και να προκαλεί το έλεος αλλά και την σπουδή των επιβατών. Να δώσουν το κάτι τις στα γρήγορα για να φύγει το απωθητικό θέαμα.

Κάπως έτσι, δυστυχώς, αντιπάθησα δια βίου το ακορντεόν …;

Το άλλο «είδος» που κυκλοφορούσε στο 32 ανάμεσα στους «κανονικούς» επιβάτες ήταν οι μπάτσοι με πολιτικά του τμήματος Ασφαλείας ΛΔ -κάπου στην Αμφιθέα ήταν αυτό, και μερικοί του τμήματος ΙΒ’, που ήταν τότε στην πλατεία του Φλοίσβου σε ένα υπέροχο κτίριο με άσπρο μάρμαρο και ωραία σκαλίσματα πάνω από την πύλη. Υπήρχε και μία λαξευτή περιγραφή : Ερύμανθος.

Μάλιστα θυμάμαι πως με έτρωγε η περιέργεια να μάθω τι σήμαινε αυτή η λέξη και έτσι μία μέρα, πόσο να ήμουνα; 13; 14; Κάτι τέτοιο …;

Πλησίασα λοιπόν τον αστυφύλακα που ήταν στο κουβούκλιο στην πύλη και τον ρώτησα με ένα μάλλον απελπιστικά ψεύτικο χαμόγελο θάρρους (δικτατορία τότε, μην ξεχνιόμαστε): Τι σημαίνει παρακαλώ Ερύμανθος; Που γράφει εδώ πάνω; (και έδειξα εκεί πάνω).

Με κοίταξε καλά και μούγκρισε μέσα από τα δόντια του ένα ξερό «φύγε απ’εδώ» και μετά από 2-3 δευτερόλεπτα «δεν ξέρω» και στύλωσε το βλέμμα του στο υπερπέραν.

Ερύμανθος, απόγονος του θρυλικού Λυκάωνα Βασιλιά της Αρκαδίας.


Το έψαξα αρκετά χρόνια αργότερα.

Το θέρος του 1974 μας βρίσκει οικογενειακά στο Λονδίνο όπου πήγαμε να βρούμε τον αδελφό μου τον Χρήστο που ήδη ζούσε εκεί από το 1969 νεαρότατος μουσικός τότε και μάλιστα ήταν λίγο μετά που είχε πρωτοπαρουσιάσει στο Round House τον «Νοέμβρη» που είδαμε και ακούσαμε μόλις πέρσι στην εξελιγμένη του μορφή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Όταν φύγαμε από την Ελλάδα η δικτατορία ζούσε και βασίλευε ακόμα.
Όταν επιστρέψαμε ένα μήνα περίπου μετά, όλα είχαν αλλάξει.

Είχε μεσολαβήσει σε αυτό το ελάχιστο διάστημα το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, ο παραλίγο Κυπριακός εμφύλιος η εισβολή των Τούρκων και η πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα.
Θυμάμαι τις γκρεμισμένες τεράστιες πινακίδες με το πουλί της χούντας στην επιστροφή.
Όταν φεύγαμε, ένα μήνα νωρίτερα, έστεκαν φωτισμένες και καλογυαλισμένες.

Πρέπει λοιπόν που λέτε, να ήταν προς τα τέλη του Αυγούστου.


Είχε ζέστη και ήμουν στη στάση του 32 στο Σύνταγμα.

Στο ένα μου χέρι, κρατούσα 1-2 τεύχη του περιοδικού Φιλμ που εξέδιδε τότε ο καλός κινηματογραφιστής Θανάσης Ρεντζής. Το περιοδικό, που έβγαινε κάθε δυο τρεις μήνες ήταν χοντρό σαν βιβλίο και στις σελίδες του άνοιγες τα μάτια σου σε θαυμαστούς κόσμους του τότε στρατευμένου κινηματογράφου τόσο της Ευρώπης όσο και της Νότιας Αμερικής. Και ταυτόχρονα σπουδαία κείμενα για την Αισθητική της εικόνας. Με μάγευε.

«Καλό περιοδικό, σπουδαία προσπάθεια. Σ’ αρέσει


Ακούστηκε η φωνή, λίγο βραχνή αλλά πάντως με εξαιρετική καθαρότητα στην εκφορά του λόγου.


Γύρισα, και είδα έναν άνδρα που στηρίζονταν σε δύο πατερίτσες, φορούσε κάτι μεγάλα γυαλιά με μαύρο κοκάλινο σκελετό, είχε μακριά μαλλιά τελείως ατίθασα και, θυμάμαι ακόμα το πουκάμισο του ανοιχτού πράσινου χρώματος-σκέφτηκα πως δεν μου άρεσε το χρώμα. Στη μασχάλη του είχε σφιγμένα πολλά χαρτιά, πεντάγραμμα νότες και στιχάκια σκαλισμένα με μολύβι.


Πιάσαμε την κουβέντα. Δηλαδή, τι πιάσαμε την κουβέντα, μισή λέξη έλεγα, με διακόσιες απαντούσε.


Του άρεσε να μιλάει του άρεσε να «μεταδίδει» τα όσα ήξερε και, όλα τα έλεγε σαν να διηγιόνταν παραμύθια μόνο που, δεν έλεγε παραμύθια.


Ταξιδέψαμε μαζί όλη τη διαδρομή, γύρω στα 40 λεπτά τότε, κατέβηκε κάπου στην Αμφιθέα, αφού πρώτα φρόντισε να μου δώσει ένα χαρτί με σημειωμένη τη διεύθυνση της μπουάτ που θα έπαιζε από τα τέλη Οκτωβρίου και θα έπαιζε τα αγαπημένα του Αντάρτικα. Στην οδό Κυδαθηναίων.

«Αν ήξερα εγγλέζικα» -μου είπε-« θα έπαιζα και τραγούδια του Johnny Cash-τον ξέρεις


Δεν τον ήξερα τότε.


-Καλά, θα σου πω την άλλη φορά. Πάνο Τζαβέλα με λένε.

Πράγματι, μετά από μερικές βδομάδες, καθώς ήμουν πάλι στο 32 και ως συνήθως κάτι διάβαζα, ίσως κάποιο τεύχος του Φιλμ, τσουπ, νάτος, ανεβαίνει τα σκαλοπατάκια του λεωφορείου.


Είχε αναπτύξει μία εξαιρετική άνεση με τις πατερίτσες του, ήταν πια μία σχεδόν φυσική προέκταση του τραυματισμένου του κορμιού.


Νεαρός ακόμα ο Τζαβέλας, ζούσε στην πατρίδα του την Κοζάνη όταν ξέσπασε ο Β Πόλεμος και πρώτα μπαίνει στις τάξεις της ΕΠΟΝ και λίγο μετά στον ΕΛΑΣ με τον οποίο βγήκε στα βουνά, στο Αντάρτικο. Εκεί τραυματίστηκε άσχημα, με αποτέλεσμα να χάσει το δεξί του πόδι.


Η συνέχεια ξετυλίγεται με μία αρκετά μακρά περιοδεία στις φυλακές και τους τόπους εξορίας της Ελληνικής Επικράτειας, μέχρι που, βαριά άρρωστος με την ασθένεια του Burgen, καταλήγει στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία.


Εκεί όμως, όχι μόνο ακολουθεί τη θεραπεία αλλά πραγματοποιεί το όνειρό του.


Σπουδάζει μουσική και μάλιστα γνωρίζει και συνδέεται με τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς.


Το 1965 επιστρέφει στην πατρίδα προσπαθεί για λίγο να υπάρξει ως μουσικός αλλά μόλις η Ελλάδα μπαίνει στον γύψο της στρατιωτικής συμμορίας των συνταγματαρχών ξαναμπαίνει φυλακή. Τον αφήνουν ελεύθερο υποχρεωτικά το 1971 γιατί κινδύνευε να τους μείνει στα χέρια λόγω της υγείας του που ήταν σε κακή κατάσταση.


Τότε είναι, που ο Τζαβέλας άρχισε να παίζει στην Πλάκα, σε μικρές μπουάτ κάνοντας ένα απίστευτο κρυφτούλι με τις αρχές, ακροβατώντας διαρκώς στο πρόγραμμα που παρουσίαζε μεταξύ απαγορευμένων και μη τραγουδιών.


Σαν η χούντα πνίγηκε στο αίμα της Κύπρου και κατέρρευσε, ο Πάνος αποφάσισε να φτιάξει ένα οριστικό λημέρι, ένα ταμπούρι στο οποίο θα έμενε πιστός μέχρι τέλους για να τραγουδά τα τραγούδια του και να θυμίζει τον αγώνα στα βουνά.


Συναντηθήκαμε πολλές φορές.


Στο λεωφορείο τυχαία, στο καφενείου του Πετράκου στην Αγίου Αλεξάνδρου στο Φάληρο, στην Κυδαθηναίων στην Πλάκα.


Του άρεσε να είναι διαρκώς με νέους ανθρώπους.


Είχε πάθος να μιλάει να μεταλαμπαδεύει, να μεταβιβάζει όσο είναι δυνατό την εμπειρία του και είχε ένα τεράστιο χάρισμα: Δεν ήταν ποτέ, «διδακτικός». Δεν νουθετούσε.


Μετέφερε αβίαστα τις Αλήθειες του με τον ίδιο τρόπο που στη μπουάτ του ξεκινούσε να παίζει στις 8 και πολλές φορές έκανε και δύο και τρεις παραστάσεις τραγουδώντας ακατάπαυστα μέχρι τα ξημερώματα.


Αλλά, υπήρξαν κάποιες φορές -αλησμόνητες- που με παρέες του Φαλήρου και όχι μόνο βρεθήκαμε στην αμμουδιά του Μπάτη στην παραλία εξοπλισμένοι με τις κιθάρες.


Τότε, αφού με τον ίδιο πάντα ενθουσιασμό έλεγε τα Αντάρτικα-γιατί ο Τζαβέλας, δεν έκανε “παράσταση” ποτέ, δεν έκανε performance, μου είχε ζητήσει 2-3 φορές να πω τα “εγγλέζικα”.


Με το «εγγλέζικα» εννοούσε τα τραγούδια του Bob Dylan που και αυτόν τον αγαπούσε πολύ.
Πρέπει να ήταν γύρω στο 79, εγώ γύρω στα 22, ο Τζαβέλλας 50 κάτι. (όσο εγώ τώρα…)


Έτσι, έπιανα την κιθάρα βόλευα κατευθείαν τα δάχτυλα μου στην πρώτη συγχορδία , ντο ματζόρε, για να πούμε το κλασικό Blow in the wind …;the answer my friend is blowing in the wind …;και επειδή δεν ήθελε να λέει τις λέξεις για να μην φανεί η προφορά -δεν ήξερε εγγλέζικα είπαμε- έκανε ωραία φωνητικά με φωνήεντα και ωραία βραχνά σχεδόν μπλουζίστικα «μμμ».


Από τον Τζαβέλα, έμαθα τότε και τον Woody Guthrie…


Μετά, χαθήκαμε τελείως. Τον είδα μια φορά, από μακριά αρκετά χρόνια αργότερα, έμοιαζε απείραχτος από τον χρόνο, με την ίδια δεξιοτεχνία στις πατερίτσες και ωστόσο σα να είχε ξεκινήσει η ύφανση ενός ίσκιου πάνω από την κεφαλή του, του ίσκιου των ερωτηματικών και της αμφιβολίας.


Εκείνου του ίσκιου ή της ομίχλης που αποκτούμε οι άνθρωποι όταν αρχίζουμε να νιώθουμε σαν πλάσματα μιας άλλης εποχής που έχει περάσει ανεπίστρεπτη.


Μπορεί να κάνω και λάθος αλλά αυτή ήταν η αίσθηση.


Ποτέ του στην πραγματικότητα δεν εντάχθηκε σε τίποτα πέρα από τις αξίες του. Φύση ατίθαση έμεινε έξω από τις στενές κομματικές γραμμές επιλέγοντας να υπηρετεί την Αριστερά έτσι όπως την εννόησε εκείνος σαν δύναμη απελευθέρωσης των ανθρώπων από όλα τα δεσμά και όχι μόνο τα «δεξιά» ήταν ωστόσο κοντά στον Συνασπισμό ενεργά.


Τον ευχαριστώ που υπήρξε, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 70 άφησε πάνω μου κάποια λιθαράκια κυρίως μέσα από το τι ήταν ο ίδιος σαν προσωπικότητα.


Απόλυτα Αληθινός και Ηθικός μακριά από τις ορδές των νεοελλήνων


Καταδικασμένος τρεις φορές σε θάνατο αναχώρησε όταν το βιβλίο της ζωής του έκλεισε γεμάτο με κεφάλαια που το κάθε ένα του είναι και ένα δείγμα ζωής , αγώνα και συνέπειας.


Με μεγάλη θλίψη είδα πως μέχρι τώρα ενώ τον αποχαιρέτησαν τόσο ο Συνασπισμός όσο και το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ -μέχρι στιγμής- σιωπά. Για άλλη μία φορά όταν ο νεκρός δεν είναι αυστηρά “δικός”.


Ελπίζω απλά να μην έχει ακόμα δώσει κάποια ανακοίνωση και πως είναι ζήτημα χρόνου…

[youtube=]

[youtube=]

[youtube=]

[youtube=]


Posted by ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ at 21:01:55
Comments

Leave a Reply