Οι πάγιες αδυναμίες του κινήματος, η χρεοκοπία της επίσημης Αριστεράς, η οργή που προκάλεσε η δολοφονία του 15χρονου, σε συνδυασμό με τις καθόλου ήπιες και εκτός ελέγχου αντιδράσεις τμημάτων της νεολαίας, ιδιαίτερα των κομματιών που δεν φοιτούν στο Γενικό Λύκειο, σε Πανεπιστήμια, σε ΤΕΙ, ανέδειξε ξανά το ζήτημα του ρόλου και των χαρακτηριστικών της αναρχίας, της αναρχοαυτονομίας, του αναρχοσυνδικαλισμού και γενικότερα όλων των ελευθεριακών λεγόμενων πρακτικών.
Μάλιστα δεν είναι και λίγοι εκείνοι που έχουν εντυπωσιαστεί από την όλη παρουσία και δράση των ρευμάτων αυτών, που φτάνουν αυθαίρετα να αποδίδουν όλες τις «άγριες» συμπεριφορές που βιώσαμε, στον αναβαθμισμένο κατά την άποψή τους ρόλο της αναρχίας. Μέχρι σημείου να υπάρχει μια περιρρέουσα αντίληψη ότι η εξέγερση αυτή περίπου «καθοδηγήθηκε» από αναρχικούς πυρήνες. Κατά τη γνώμη μας, βέβαια, οι απόψεις που θέλουν την αναρχία να έχει βαρύνοντα ρόλο είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ακόμα και αν με αυτές τις απόψεις φαντασιώνονται διάφορες αναρχικές ομάδες στα στενά όρια του πυρήνα τους. Κατ’ αναλογία οι προσεγγίσεις αυτές θυμίζουν τις αλήστου μνήμης προσεγγίσεις ότι την εξέγερση του Νοέμβρη του ’73 καθοδήγησε η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.
Τέλος πάντων, αν οι αναρχικοί πυρήνες αισθάνονται δικαιωμένοι και έτοιμοι να ψαρέψουν στα θολά νερά, επειδή τμήματα νεολαίας έφτασαν στα έσχατα της αγανάκτησης και θέλησαν να αναμετρηθούν με τις δυνάμεις καταστολής με όποιο μέσο έβρισκαν, είναι δικαίωμά τους. Όσο μας αφορά, αυτό που έχουμε να πούμε είναι ότι αυτές οι εκδηλώσεις οργής ούτε καινούργιες είναι ούτε μας παραξενεύουν, άσχετα αν και πόσο αιφνιδίασαν διάφορες πλευρές.
Και σίγουρα δεν εκδηλώθηκαν επειδή τις οργάνωσαν οι αναρχικοί πυρήνες. Το όλο ξέσπασμα ακόμα και ορισμένοι πυρήνες της αναρχίας αναγνωρίζουν ότι δεν καθοδηγήθηκε από τους ίδιους. Αν λοιπόν δεν αντέχει σε κριτική η άποψη ότι χωρίς τους αναρχικούς πυρήνες δεν θα είχαμε τέτοιο ξέσπασμα, εκεί που χρειάζεται κριτική και αντιπαράθεση είναι στην κοινή εκτίμηση όλων των αναρχικών ομάδων ότι τα γεγονότα αυτά δίνουν το δικαίωμα στην αναρχία να ελπίζει ότι θα είναι η κυρίως κερδισμένη από αυτά, δίνουν το δικαίωμα στην αναρχία να θεωρεί εαυτόν δικαιωμένο.
Σύμφωνα με όλους τους αναρχικούς πυρήνες, υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τις μάζες σε τμήματα, ενσωματωμένα (είτε δεξιά είτε αριστερά) που πολιτικά και ιδεολογικά κυριαρχούνται είτε από τις αξίες του καπιταλισμού είτε του κομμουνισμού, και σε μάζες που χειραφετούνται και μέσα από ελευθεριακές, ανθρωποκεντρικές και αντιεξουσιαστικές πρακτικές διαμορφώνουν από τώρα, από σήμερα, τις κοινότητες, τους θύλακες αυτοοργάνωσης που υποτίθεται χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και μεταξύ τους σχέσεις διογκώνονται και θεριεύουν μέχρις ότου διαρρήξουν τα δεσμά του κράτους, της κοινωνίας, του έθνους κ.λπ. και επιβληθεί η λεγόμενη αναρχική κοινωνία χωρίς…χωρίς…χωρίς… και ό,τι προαιρείσθε προσθέτετε (δεν έχουν δα και κανένα κόστος, λόγια είναι). Δείγματα τέτοιας πρακτικής βιώσαμε σε διάφορες περιφερειακές «καταλήψεις», όπου υποτίθεται ότι λειτουργούσαν σαν προπομποί των ελευθεριακών κοινοτήτων, όπου υποτίθεται ότι «την βρίσκουμε», αισθανόμαστε κυρίαρχοι και παντοδύναμοι, μακριά από τις καταπιέσεις και τις συμβατικές δεσμεύσεις της πραγματικής ζωής και των πραγματικών συσχετισμών.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης, τι ρόλο τέλος πάντων παίζουν οι «βίαιες» εκδηλώσεις, τα «πεσίματα», οι «επιθέσεις»; Κατ’ αρχάς και στα «πρώτα» στάδια λειτουργούν «συμβολικά» και «διεγερτικά» προς τη «σιωπηρή πλειοψηφία» που συνήθως «κοιμάται» βλέποντας «βίντεο» μέσα στα κλουβιά της. Ταυτοχρόνως λειτουργούν σαν μέσο «ανάδειξης» «πρωτοποριών» που θα αναλάβουν τους ρόλους της «καθοδήγησης». Στα επόμενα στάδια, όπου υποτίθεται θα έχουν συσσωρευτεί «δυνάμεις» κ.λπ., αυτή η ιστορία θα κορυφωθεί σε ένα γενικευμένο σαμποτάζ, σε μια ευρύτερη καταστροφή, η οποία θα εξουθενώσει και θα παραλύσει το κράτος. Και όταν όλα αυτά τα «ωραία» και «ονειρικά» πραγματοποιηθούν, τότε τι μετά; Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, γι’ αυτό μη ρωτάτε από τώρα τους διάφορους αναρχικούς πυρήνες και ηγέτες. Δεν το έχουν ακόμα διευκρινίσει γιατί άλλωστε ποτέ στην πράξη δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να κινηθούν προς αυτές τις κατευθύνσεις. Ποτέ δεν είχαν τη δυνατότητα να δώσουν διέξοδο στις μάζες στη σύγκρουσή τους με το σύστημα. Δεν έδωσαν διέξοδο ούτε στο πώς θα οργανώσουν την αντίστασή τους απέναντι στο κράτος που δεν παρακολουθεί με σταυρωμένα χέρια την όλη εξέγερση, ούτε πολύ περισσότερο στο τι οικοδομείται και πώς πάνω στα συντρίμμια του παλιού καθεστώτος.
Πρόκειται για παιδικές απόψεις με «αφέλεια» και «ρομαντισμό» που δεν αντέχουν σε κριτική. Κυρίως δεν αντέχουν στη δοκιμασία της ζωής και της ταξικής πάλης. Θα ήταν λοιπόν αρκετά εύκολο να αντιμετωπιστούν, θα ήταν πολύ πιο ευδιάκριτη η κρίση που βιώνει το αναρχικό κίνημα εδώ και περίπου 60 χρόνια (άσχετα αν φουσκώνει κατά περιόδους), αν δεν είχε μεσολαβήσει η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος η οποία «έκρυψε» την ανεπάρκεια του αναρχισμού και του έδωσε προσωρινά δυνατότητες να ψαρεύει στα θολά νερά. Και πολύ περισσότερο θα ήταν αλλιώς τα πράγματα αν ο ρεβιζιονισμός δεν είχε επιβάλει μια σοσιαλφασιστική αντιμετώπιση και του αναρχισμού, που τακτικά το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει την αναρχία, έστω προσωρινά.
Όπως και να ’χει το ζήτημα, είναι πιθανόν τα διάφορα τμήματα της αναρχίας, μέσα στις διαφορές τους και με τη λογική της σφιχτής σέχτας, να ενισχυθούν και να στρατολογήσουν νεολαίους που αν είχαν προσεγγιστεί από το αριστερό κίνημα δεν θα τους ανήκαν. Το πώς θα αντιμετωπίσει το σύστημα αυτή την πιθανή ενίσχυση της αναρχίας, ιδιαίτερα αν γίνει ενοχλητική και μη «αξιοποιήσιμη» από το κράτος, είναι ένα θέμα που θα μας απασχολήσει εάν και εφ’ όσον έρθει.
Όσον μας αφορά, να βάλουμε διαχωριστική γραμμή στον τρόπο που αντιδρά, π.χ., το ΚΚΕ αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην αναρχία. Δεν συμφωνούμε με καμιά από τις δύο προσεγγίσεις. Ούτε καταστέλλεται με διοικητικά μέτρα (άλλο η περιφρούρηση των εκδηλώσεων και κινητοποιήσεων) ούτε όμως χαϊδεύεται πολιτικά ή και ιδεολογικά.
Αποσπάσματα από το άρθρο: Η εξέγερση της νεολαίας. Συμπεράσματα - εκτιμήσεις.