Κίνημα αντίστασης ενάντια στους νέους αυτοκινητόδρομους της Αττικής
Τα σχέδια για την Περιφερειακή του Υμηττού και η ανακοίνωση από το Σουφλιά του σχεδίου για τους νέους αυτοκινητόδρομους στην Αττική στις 2/6 έχουν πυροδοτήσει μια σειρά διεργασίες στις τοπικές επιτροπές, πρωτοβουλίες και κινήσεις των κατοίκων των θιγόμενων περιοχών (της ανατολικής Αθήνας).
Στις συζητήσεις και εκδηλώσεις που έχουν γίνει έχει εκφραστεί μια γενική συμφωνία στην εναντίωση στους νέους αυτοκινητόδρομους και έχουν αναδειχθεί μια σειρά ζητήματα σε αναφορά τόσο με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εναντίωσης αυτής, όσο και γενικότερα με το ζήτημα της ανάπτυξης των κινημάτων πόλης.
Στα ζητήματα των επιπτώσεων των δρόμων στο περιβάλλον και στη ζωή των κατοίκων, στην αποκάλυψη του ρόλου του κατασκευαστικού κεφαλαίου, όπως και στη γενική λογική ενίσχυσης των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς φαίνεται να υπάρχει μια συμφωνία ανάμεσα στις κινήσεις που δραστηριοποιούνται.
Θεωρούμε ότι αυτή η συμφωνία είναι αρκετή για να προχωρήσει ο συντονισμός των κινήσεων αυτών, σε μια πιο μόνιμη βάση, με στόχο την ανάδειξη του ζητήματος στο λαό των γύρω περιοχών και την κλιμάκωση του αγώνα μέχρι το στόχο της ακύρωσης των έργων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πρώτο και βασικό σημείο που θέλουμε να επισημάνουμε: Ολοι συμφωνούμε ότι πρέπει να παλέψουμε ενάντια στους αυτοκινητόδρομους, όμως είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε αν έχουμε στο μυαλό μας μια διαμαρτυρία και αποκάλυψη των επιπτώσεων ή ένα μαζικό κίνημα αντίστασης το οποίο θα έχει στόχο να φτάσει σε τέτοια επίπεδα μαζικότητας και αποφασιστικότητας που να θέσει στην πράξη το στόχο της ακύρωσης των έργων.
Το κριτήριο, τελικά, για την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης άποψης είναι η θέση του καθενός για τις δυνατότητες που έχει ο λαός της Αθήνας να παλέψει συγκροτημένα. Τα μηνύματα που έχουμε από τη μέχρι τώρα κίνησή μας μας κάνουν να αισιοδοξούμε, γιατί βλέπουμε ότι ο κόσμος έχει αγανακτήσει με όλα όσα συμβαίνουν γύρω του και αρκετά εύκολα πείθεται να συμμετάσχει σε μια κίνηση της γειτονιάς του για ένα τοπικό ζήτημα. Βλέπει, επίσης, θετικά το συντονισμό του με κόσμο από διπλανές γειτονιές για ζητήματα που τους αφορούν από κοινού.
Χωρίς, λοιπόν, να προδικάζουμε ότι ένα τέτοιο κίνημα θα υπάρξει και χωρίς να παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες της περιόδου (γενικές και ειδικές) είμαστε βέβαιοι ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε εκ των προτέρων ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ότι και πρέπει και μπορούμε να αγωνιστούμε για να συμβεί.
Με την έννοια αυτή, έχει σημασία και ο τρόπος του συντονισμού. Είμαστε αντίθετοι με λογικές που έχουν εμφανιστεί, οι οποίες χρίζουν ορισμένα πιο δραστήρια άτομα ως συντονιστές της προσπάθειας και φτάνουν μέχρι και στο να προτείνουν πλαίσιο σε τοπικές κινήσεις. Δεν πρόκειται για οργανωτικό θέμα, αλλά πολιτικό. Κανένας δεν είναι αυτόκλητος συντονιστής, πολύ περισσότερο καθοδηγητής, και κανένας δεν είναι πιο αρμόδιος για να συντονίσει έναν αγώνα από τις ίδιες τις κινήσεις των κατοίκων. Οι τοπικές κινήσεις είναι αυτές που έχουν την επαφή με τον κόσμο της γειτονιάς και τη δυνατότητα να τον κινητοποιήσουν, άρα είναι αυτές που πρέπει να συντονιστούν και όχι οι πιο δραστήριοι.
Ετσι, η άποψή μας είναι ότι θα πρέπει οι τοπικές συλλογικότητες, που έχουν ήδη εκφραστεί ενάντια στους δρόμους, να συναντηθούν και να συντονιστούν κάτω από ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο, το οποίο θα εκφράζει όλους και, κατ’ ελάχιστον, θα θέτει το όχι στους νέους δρόμους. Από εκεί και πέρα, η κάθε συλλογικότητα έχει, έτσι κι αλλιώς, το πλαίσιό της και τις απόψεις της, τελικός κριτής των οποίων είναι ο κόσμος της γειτονιάς στην οποία παρεμβαίνει.
Η αντιπαράθεση των απόψεων αυτών στο πλαίσιο του συντονισμού όχι μόνο δεν είναι λάθος, αλλά είναι αναγκαία για το πολιτικό προχώρημα του εγχειρήματος. Ομως δεν μπορεί να είναι κριτήριο για την ύπαρξη και δράση του συντονισμού η πλήρης συμφωνία σε όλα.
Στην κατεύθυνση αυτή, θεωρούμε ότι είναι λάθος οι λογικές που επιδιώκουν να αναπτύξουν εναλλακτικές προτάσεις για τους δρόμους και ήδη έχουν οδηγήσει σε αντιφατικές τοποθετήσεις. Στη γενική του διάσταση το ζήτημα έχει να κάνει με το τι κίνημα θέλουμε. Ενα κίνημα που θα έχει τους επιστήμονές του οι οποίοι θα έχουν τις γνώσεις και το πολιτικό κριτήριο να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις, φιλικές προς τους κατοίκους και το περιβάλλον ή ένα κίνημα αντίστασης στα σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ;
Προφανώς συντασσόμαστε με τη δεύτερη άποψη. Δεν είναι δουλειά του λαού να βρει τις λύσεις που δεν μπορεί να βρει το σύστημα. Ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι όποτε προσπάθησε να το κάνει, όχι απλά έπεσε σε αντιφάσεις, αλλά δεν κατάφερε να αναπτύξει κίνημα που να διεκδικεί και να κερδίζει. Ο λόγος είναι απλός: Μπορείς να προτείνεις μόνο σε κάτι για το οποίο έχεις μια κοινή βάση συνεννόησης. Οταν έχεις απέναντί σου το σύστημα και την αδιαπραγμάτευτη πρόθεσή του να κάνει όλη την Αττική τσιμέντο, ποια είναι η βάση της συζήτησης μαζί του και, πολύ περισσότερο, της πρότασης;
Το κίνημα αντίστασης θέλει να προβάλλει μια άλλη λογική για την πόλη. Μια λογική της ανθρώπινης πόλης, που δεν είναι υδροκέφαλη, που δε χρειάζεται αυτοκινητόδρομους-μεγαθήρια για να την ανακουφίσουν. Μια πόλη που δε συγκεντρώνει το μισό πληθυσμό της χώρας με τάσεις αύξησης παρά μείωσης. Αυτές είναι οι πραγματικές ανάγκες του λαού και όχι η επιδιόρθωση και το φτιασίδωμα του τέρατος που λέγεται Λεκανοπέδιο της Αττικής.
Από την άλλη μεριά, η λογική της άλλης πόλης οδηγεί πολλούς στη λογική του άλλου πολίτη. Του υπεύθυνου, του περιβαλλοντικά ευαίσθητου, αυτού που παρατάει το ΙΧ του για να πάει με το λεωφορείο και που κάνει και καμιά δενδροφύτευση. Πρόκειται για τη γνωστή λογική της κοινωνίας των πολιτών, στην οποία ο κόσμος καλείται να αποδεχτεί ότι το κράτος δεν πρόκειται να κάνει τίποτα γι’ αυτόν και άρα ό,τι κάνει πρέπει να το κάνει μόνος του. Γίνεται, έτσι, συνυπεύθυνος στα προβλήματα και, προφανώς, και στις λύσεις τους.
Η λογική αυτή της συνυπευθυνότητας, όμως, αφαιρεί κάθε ευθύνη από αυτούς που πραγματικά την έχουν: το κράτος, το κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκφραστές. Και άρα αποτρέπει κάθε διεκδικητικό αγώνα που απαιτεί από το κράτος ή τη δημοτική αρχή και οδηγεί στους ανώδυνους δρόμους του εθελοντισμού και της …συμμετοχικής δημοκρατίας!
Το σύστημα πετυχαίνει, έτσι, να ξεπερνά με ευκολία τα εμπόδια που του βάζει η λαϊκή αγανάκτηση που γεννά η ίδια η πολιτική του. Πετυχαίνει να έχει το λαό στο περιθώριο, συνοδοιπόρο του και συνεργάτη του στην προσπάθειά του να δείξει ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Προφανώς μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα του κόσμου, αλλά μόνο να τα διαιωνίσει, αφαιρώντας του, μάλιστα, κάθε δυνατότητα να αντιδράσει.
Το ζήτημα των νέων αυτοκινητοδρόμων δεν πρόκειται να κλείσει ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Αυτή τη στιγμή πρόκειται για ένα εφιαλτικό σχέδιο για την Αττική. Ας παλέψουμε για να το μετατρέψουμε στην αιχμή που θα ξεδιπλώσει ένα πλατύ και μαζικό κίνημα κατοίκων, το οποίο θα εναντιωθεί ουσιαστικά στα σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ και θα βάλει τις παρακαταθήκες για ακόμα μεγαλύτερους αγώνες.
Στις συζητήσεις και εκδηλώσεις που έχουν γίνει έχει εκφραστεί μια γενική συμφωνία στην εναντίωση στους νέους αυτοκινητόδρομους και έχουν αναδειχθεί μια σειρά ζητήματα σε αναφορά τόσο με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εναντίωσης αυτής, όσο και γενικότερα με το ζήτημα της ανάπτυξης των κινημάτων πόλης.
Στα ζητήματα των επιπτώσεων των δρόμων στο περιβάλλον και στη ζωή των κατοίκων, στην αποκάλυψη του ρόλου του κατασκευαστικού κεφαλαίου, όπως και στη γενική λογική ενίσχυσης των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς φαίνεται να υπάρχει μια συμφωνία ανάμεσα στις κινήσεις που δραστηριοποιούνται.
Θεωρούμε ότι αυτή η συμφωνία είναι αρκετή για να προχωρήσει ο συντονισμός των κινήσεων αυτών, σε μια πιο μόνιμη βάση, με στόχο την ανάδειξη του ζητήματος στο λαό των γύρω περιοχών και την κλιμάκωση του αγώνα μέχρι το στόχο της ακύρωσης των έργων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πρώτο και βασικό σημείο που θέλουμε να επισημάνουμε: Ολοι συμφωνούμε ότι πρέπει να παλέψουμε ενάντια στους αυτοκινητόδρομους, όμως είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε αν έχουμε στο μυαλό μας μια διαμαρτυρία και αποκάλυψη των επιπτώσεων ή ένα μαζικό κίνημα αντίστασης το οποίο θα έχει στόχο να φτάσει σε τέτοια επίπεδα μαζικότητας και αποφασιστικότητας που να θέσει στην πράξη το στόχο της ακύρωσης των έργων.
Το κριτήριο, τελικά, για την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης άποψης είναι η θέση του καθενός για τις δυνατότητες που έχει ο λαός της Αθήνας να παλέψει συγκροτημένα. Τα μηνύματα που έχουμε από τη μέχρι τώρα κίνησή μας μας κάνουν να αισιοδοξούμε, γιατί βλέπουμε ότι ο κόσμος έχει αγανακτήσει με όλα όσα συμβαίνουν γύρω του και αρκετά εύκολα πείθεται να συμμετάσχει σε μια κίνηση της γειτονιάς του για ένα τοπικό ζήτημα. Βλέπει, επίσης, θετικά το συντονισμό του με κόσμο από διπλανές γειτονιές για ζητήματα που τους αφορούν από κοινού.
Χωρίς, λοιπόν, να προδικάζουμε ότι ένα τέτοιο κίνημα θα υπάρξει και χωρίς να παραγνωρίζουμε τις δυσκολίες της περιόδου (γενικές και ειδικές) είμαστε βέβαιοι ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε εκ των προτέρων ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ότι και πρέπει και μπορούμε να αγωνιστούμε για να συμβεί.
Με την έννοια αυτή, έχει σημασία και ο τρόπος του συντονισμού. Είμαστε αντίθετοι με λογικές που έχουν εμφανιστεί, οι οποίες χρίζουν ορισμένα πιο δραστήρια άτομα ως συντονιστές της προσπάθειας και φτάνουν μέχρι και στο να προτείνουν πλαίσιο σε τοπικές κινήσεις. Δεν πρόκειται για οργανωτικό θέμα, αλλά πολιτικό. Κανένας δεν είναι αυτόκλητος συντονιστής, πολύ περισσότερο καθοδηγητής, και κανένας δεν είναι πιο αρμόδιος για να συντονίσει έναν αγώνα από τις ίδιες τις κινήσεις των κατοίκων. Οι τοπικές κινήσεις είναι αυτές που έχουν την επαφή με τον κόσμο της γειτονιάς και τη δυνατότητα να τον κινητοποιήσουν, άρα είναι αυτές που πρέπει να συντονιστούν και όχι οι πιο δραστήριοι.
Ετσι, η άποψή μας είναι ότι θα πρέπει οι τοπικές συλλογικότητες, που έχουν ήδη εκφραστεί ενάντια στους δρόμους, να συναντηθούν και να συντονιστούν κάτω από ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο, το οποίο θα εκφράζει όλους και, κατ’ ελάχιστον, θα θέτει το όχι στους νέους δρόμους. Από εκεί και πέρα, η κάθε συλλογικότητα έχει, έτσι κι αλλιώς, το πλαίσιό της και τις απόψεις της, τελικός κριτής των οποίων είναι ο κόσμος της γειτονιάς στην οποία παρεμβαίνει.
Η αντιπαράθεση των απόψεων αυτών στο πλαίσιο του συντονισμού όχι μόνο δεν είναι λάθος, αλλά είναι αναγκαία για το πολιτικό προχώρημα του εγχειρήματος. Ομως δεν μπορεί να είναι κριτήριο για την ύπαρξη και δράση του συντονισμού η πλήρης συμφωνία σε όλα.
Στην κατεύθυνση αυτή, θεωρούμε ότι είναι λάθος οι λογικές που επιδιώκουν να αναπτύξουν εναλλακτικές προτάσεις για τους δρόμους και ήδη έχουν οδηγήσει σε αντιφατικές τοποθετήσεις. Στη γενική του διάσταση το ζήτημα έχει να κάνει με το τι κίνημα θέλουμε. Ενα κίνημα που θα έχει τους επιστήμονές του οι οποίοι θα έχουν τις γνώσεις και το πολιτικό κριτήριο να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις, φιλικές προς τους κατοίκους και το περιβάλλον ή ένα κίνημα αντίστασης στα σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ;
Προφανώς συντασσόμαστε με τη δεύτερη άποψη. Δεν είναι δουλειά του λαού να βρει τις λύσεις που δεν μπορεί να βρει το σύστημα. Ενώ είναι αποδεδειγμένο ότι όποτε προσπάθησε να το κάνει, όχι απλά έπεσε σε αντιφάσεις, αλλά δεν κατάφερε να αναπτύξει κίνημα που να διεκδικεί και να κερδίζει. Ο λόγος είναι απλός: Μπορείς να προτείνεις μόνο σε κάτι για το οποίο έχεις μια κοινή βάση συνεννόησης. Οταν έχεις απέναντί σου το σύστημα και την αδιαπραγμάτευτη πρόθεσή του να κάνει όλη την Αττική τσιμέντο, ποια είναι η βάση της συζήτησης μαζί του και, πολύ περισσότερο, της πρότασης;
Το κίνημα αντίστασης θέλει να προβάλλει μια άλλη λογική για την πόλη. Μια λογική της ανθρώπινης πόλης, που δεν είναι υδροκέφαλη, που δε χρειάζεται αυτοκινητόδρομους-μεγαθήρια για να την ανακουφίσουν. Μια πόλη που δε συγκεντρώνει το μισό πληθυσμό της χώρας με τάσεις αύξησης παρά μείωσης. Αυτές είναι οι πραγματικές ανάγκες του λαού και όχι η επιδιόρθωση και το φτιασίδωμα του τέρατος που λέγεται Λεκανοπέδιο της Αττικής.
Από την άλλη μεριά, η λογική της άλλης πόλης οδηγεί πολλούς στη λογική του άλλου πολίτη. Του υπεύθυνου, του περιβαλλοντικά ευαίσθητου, αυτού που παρατάει το ΙΧ του για να πάει με το λεωφορείο και που κάνει και καμιά δενδροφύτευση. Πρόκειται για τη γνωστή λογική της κοινωνίας των πολιτών, στην οποία ο κόσμος καλείται να αποδεχτεί ότι το κράτος δεν πρόκειται να κάνει τίποτα γι’ αυτόν και άρα ό,τι κάνει πρέπει να το κάνει μόνος του. Γίνεται, έτσι, συνυπεύθυνος στα προβλήματα και, προφανώς, και στις λύσεις τους.
Η λογική αυτή της συνυπευθυνότητας, όμως, αφαιρεί κάθε ευθύνη από αυτούς που πραγματικά την έχουν: το κράτος, το κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκφραστές. Και άρα αποτρέπει κάθε διεκδικητικό αγώνα που απαιτεί από το κράτος ή τη δημοτική αρχή και οδηγεί στους ανώδυνους δρόμους του εθελοντισμού και της …συμμετοχικής δημοκρατίας!
Το σύστημα πετυχαίνει, έτσι, να ξεπερνά με ευκολία τα εμπόδια που του βάζει η λαϊκή αγανάκτηση που γεννά η ίδια η πολιτική του. Πετυχαίνει να έχει το λαό στο περιθώριο, συνοδοιπόρο του και συνεργάτη του στην προσπάθειά του να δείξει ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Προφανώς μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα του κόσμου, αλλά μόνο να τα διαιωνίσει, αφαιρώντας του, μάλιστα, κάθε δυνατότητα να αντιδράσει.
Το ζήτημα των νέων αυτοκινητοδρόμων δεν πρόκειται να κλείσει ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Αυτή τη στιγμή πρόκειται για ένα εφιαλτικό σχέδιο για την Αττική. Ας παλέψουμε για να το μετατρέψουμε στην αιχμή που θα ξεδιπλώσει ένα πλατύ και μαζικό κίνημα κατοίκων, το οποίο θα εναντιωθεί ουσιαστικά στα σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ και θα βάλει τις παρακαταθήκες για ακόμα μεγαλύτερους αγώνες.
Posted by
at
23:59:37